- ποθολκίς
- ποθ-ολκίς, ἡ, Zügel, Halfter, womit man Pferde u. a. Zugtiere zieht und lenkt
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ποθολκίς — leading rein fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ποθολκίς — ίδος, ἡ, Α (δωρ. τ.) προσολκίς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποτ (< ποτί* «προς» με αποκοπή) + ολκίς (< ολκός < ὁλκή, πρβλ. εφ ολκίς), με τροπή τού τ στο αντίστοιχο δασύ θ πριν από δασυνόμενη λ.] … Dictionary of Greek